Ads 468x60px

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

φοράδα


Ετυμολογία

φοράδα < φοραδ- (< λέξη της μεταγενέστερης ελληνικής φοράς) + -α

Προφορά
ΔΦΑ : /fɔ.ˈɾa.ða/

Ουσιαστικό

φοράδα θηλυκό

1. (ζωολογία) θηλυκό άλογο
2. (μεταφορικά) μεγαλόσωμη και άγαρμπη γυναίκα

Εκφράσεις
* χέστηκε η φοράδα στο αλώνι : για κάτι ασήμαντο, που
δεν είναι άξιο λόγου


* αγγλικά : mare (en)
* γαλλικά : jument (fr) θηλυκό
* γερμανικά : Stute (de) θηλυκό
* εβραϊκά : סוּסָה (he) ()
* εσπεράντο : ĉevalino (eo)
* ιαπωνικά : 雌馬 (ja) (めすうま) (mesuuma)
* σκωτικά γαελικά : làir (gd)
* ισπανικά : yegua (es)
* κινεζικά : 母马 (zh) (mumǎ)
* κορεατικά : 암말 (ko) (ammal)
* ολλανδικά : merrie (nl)
* πορτογαλικά : égua (pt)
* ρωσικά : кобыла (ru) (kobyla)
* τουρκικά : kısrak (tr)
* φινλανδικά : tamma (fi)
* φριζικά : merje (fy)

0 ΧΛΙΜΙΝΤΡΙΣΑΝ:

 

Το σανό μας

 aw2

Αρχειοθήκη

η διαδρομη

Το email μας

bleforada@gmail.com

Συνολικές προβολές σελίδας

Φίλοι

Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ