Ένας καουμπόη περπατούσε στην έρημο εξαντλημένος από την δίψα.
Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε (και τι να τον κάνει άλλωστε τον ξένο δρόμο) και φτάνει σε μια βρύση με καθαρά και γάργαρα νερά, πλούσια σε μαγνήσιο.
Αλλά, εκεί έπινε νερό και ένα φιδάκι κολοβό ο Διαμαντής.
Βγάζει το πιστόλι να το πυροβολήσει και τον λέει το φίδι:
Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε (και τι να τον κάνει άλλωστε τον ξένο δρόμο) και φτάνει σε μια βρύση με καθαρά και γάργαρα νερά, πλούσια σε μαγνήσιο.
Αλλά, εκεί έπινε νερό και ένα φιδάκι κολοβό ο Διαμαντής.
Βγάζει το πιστόλι να το πυροβολήσει και τον λέει το φίδι:














